Παρρησία

υψηλή πολιτική ανάλυση parrisia@gmail.com

20 February 2017

Ζούμε ανάμεσα τους - Ν.Δ. version



O οπαδός της Ν.Δ.:

- πιστεύει ότι η διακομματική επιψήφιση του τρίτου μνημονίου τον Ιούλιο του 2015 ήταν, σε ό,τι αφορά το κόμμα του, πράξη αυτοθυσίας (για να σωθεί η πατρίδα) και όχι απόφαση απορρέουσα από πολιτικό υπολογισμό (να πάρει κόστος και ο σύριζας)

- επιμένει να υποτιμάει τον αντίπαλο κάνοντας νωθρές και υποτιμητικές για τον ίδιον τηλε-διαγνώσεις με αποτέλεσμα αλλεπάλληλες, ταπεινωτικές, μεγάλες και μικρές ήττες

- βλέπει παντού σχέδια δραχμής αλλά δεν βλέπει ότι την νέα δραχμή θα βάλει μπρος, χωρίς κανένα δισταγμό και χωρίς την παραμικρή έγνοια για την ιδιωτική οικονομία, η κυβέρνηση εκείνη που δεν θα μπορέσει να πληρώσει σε ευρώ τα μισθά της δημοσιοϋπαλληλίας και η οποία αυτή κυβέρνηση δεν θα είναι απαραίτητα του σύριζα

- δεν θέλει να δει ότι πρώτη προτεραιότητα του εγχώριου πολιτικού προσωπικού, συμπεριλαμβανομένου και του κόμματος του, είναι η εξυπηρέτηση της πελατείας – για αυτήν μπήκαμε στα μνημόνια, για αυτήν δανειζόμαστε και εξευτελιζόμαστε διεθνώς

- δεν θέλει να δει ότι τα προβλήματα, λ.χ. η κακή κατάσταση του ενεργητικού των τραπεζών, έχουν αντικειμενικά γνωρίσματα τα οποία δεν θα εξαφανιστούν απλώς και μόνον από την θετική αύρα του επόμενου μεσσία

- δεν θέλει να δει ότι το 2020 θα ξαναγίνουν εκλογές με απλή, ότι ο σύριζας δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο και πως από το 2020 και ύστερα ΝΔ και σύριζας θα συγκυβερνήσουν για να κάνουν ό,τι έκαναν πάντα: φοροείσπραξη και διεύρυνση του πελατειακού κράτους

08 February 2017

Δραχμή



Εθνικό νόμισμα σημαίνει ευχέρεια εκτύπωσης σε εθνικό επίπεδο. Ετσι, με τίμημα τον πληθωρισμό, το εγχώριο πολιτικό προσωπικό μπορεί να δίνει στην πελατεία του περισσότερα χρήματα αλλά με μικρότερη αξία.

Και πράγματι, επί δραχμής, ο κόσμος κρατούσε στα χέρια του εκατοντάδες χιλιάδες, έπαιρνε επιτόκια που κάποια στιγμή είχαν φτάσει στο 18% και μάλιστα χωρίς να την ακούει επειδή η Ελλάδα ήταν ακόμη σχετικά κλειστή οικονομία, με ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών όχι τόσο ελλειμματικό.

Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό παραχώρησε το μεγάλο αυτό προνόμιο το 2001 λαμβάνοντας κάτι ισχυρότερο: τη δυνατότητα έκδοσης κρατικών ομολόγων σε ευρώ. Ξοδεύοντας όμως σε δαπάνες μειωμένης παραγωγικότητας, το νέο χρήμα πληθωρίστηκε εσωτερικά.

Τριάντα χρόνια ταύτισης της Ε.Ε. (επιδοτήσεις) και του ευρώ (ομόλογα) με την ιδέα των εύκολων δανεικών και του άκοπου πλουτισμού έφτασαν το 2010 σε ένα ξαφνικό τέλος. Τώρα πια η Ευρώπη δεν είναι καλή διότι δεν είναι διατεθειμένη να μας δανείσει όλα όσα επιθυμούμε να ξοδέψουμε όπως έγινε τελευταία χρονιά το 2009 οπότε το κράτος έγραψε στον προϋπολογισμό του πως θα σκορπίσει 99 εισπράττοντας μόνον 66.

Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό προτίμησε αντί για την αλήθεια να προβεί σε φτιασιδώματα (π.χ. οριζόντιες περικοπές) με σκοπό να καταστεί το χρέος και πάλι «βιώσιμο», να αποκατασταθεί δηλαδή η ελεύθερη, από τις αγορές, πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου ώστε να ξαναπιάσει τη δουλειά που ξέρει.

Η προσπάθεια ανεκόπη το 2015 οπότε η νέα κυβέρνηση, με σκοπό να καλύψει τα ελλείμματα πολιτικής που αναπόφευκτα θα προέκυπταν από την πολλαπλή διάψευση των προσδοκιών που η ίδια καλλιέργησε τα προηγούμενα χρόνια, ξεκίνησε την αέναη διαπραγμάτευση της συμφοράς, χωρίς να μεριμνήσει για την έγκαιρη προστασία του τραπεζικού συστήματος με τελικό αποτέλεσμα την υποθήκευση του ενεργητικού των τραπεζών στον ELA προκειμένου για την κάλυψη των αναγκών του bank-run που προκλήθηκε από την μεγάλη αβεβαιότητα.

Σήμερα, συνεπεία των ανωτέρω, οι ελληνικές τράπεζες είναι «κλειστές» και το κατατεθειμένο σε αυτές ευρώ αξίζει λιγότερο απ’όσο αξίζει το αντίστοιχο κατατεθειμένο σε μία οποιαδήποτε άλλη τράπεζα της ευρωζώνης.

Τώρα, η «συζήτηση» για τη δραχμή αναζωπυρώθηκε τελευταία με αφορμή υποβολιμαίες δηλώσεις υπουργού και την ανησυχία που υπάρχει γενικότερα για το αν θα κλείσει η περιβόητη «αξιολόγηση» δηλαδή, επί της ουσίας, για το κατά πόσον η κυβέρνηση θα έχει το καλοκαίρι χρήματα να καταβάλει τους μισθούς της δημοσιοϋπαλληλίας.

Είναι λοιπόν η δραχμή «λύση»? Μπορεί να γίνει συζήτηση πάνω σε μία τόσο θεμελιώδη μεταβολή, από ποιους και με ποια δεδομένα? Μπορούν, για παράδειγμα, να συμμετάσχουν στην κουβέντα με ειλικρίνεια, χωρίς το παραμικρό mea culpa, αυτοί που έτρεξαν το κράτος και το τραπεζικό σύστημα τα χρόνια 2001-2009? Μπορούν επίσης να συμμετάσχουν στη συζήτηση με ειλικρίνεια, χωρίς ν'αναλάβουν κάποια ευθύνη, αυτοί που έριξαν το φορτηγό στον τοίχο το 2015? Και τι σημαίνει τελικά «επιστροφή στο εθνικό νόμισμα»? Υπάρχει, ρεαλιστικά, τέτοιο ενδεχόμενο?

Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι «όχι». Το νόμισμα της Ελλάδος θα είναι εσαεί, βάσει της σχετικής διεθνούς συνθήκης, το ευρώ. Τυχόν νέα δραχμή δεν θα έχει καμμία σχέση με τη δραχμή του 2001. Θα πρόκειται για ένα εντελώς νέο νόμισμα, διεθνώς ανυπόστατο, που δεν θα γίνει ποτέ δεκτό σε κανέναν μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών με αποτέλεσμα τον διαρκή και εξευτελιστικό πληθωρισμό του.

Εμείς λοιπόν οι υποτιθέμενα σοφοί που ζήσαμε την εποχή κατά την οποία εισήχθη το ευρώ και ψηφίσαμε τους ανθρώπους που διαχειρίστηκαν το δημόσιο ταμείο και ορίσανε τις διοικήσεις των μεγάλων κρατικών τραπεζών χωρίς να βλέπουμε για τη ζημιά που γινόταν, πώς μπορούμε να συμβουλέψουμε αλλήλους και κυρίως τη νεολαία για όλα αυτά? Είναι οι νέοι τα καταναλωτικά ζόμπι που τους ενδιαφέρει μόνο το νέo iphone ή είναι ορθότερα τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης άρα και οι πλέον ευάλωτοι στην δραχμική προπαγάνδα? Πώς οφείλουμε να προσεγγίσουμε την νεολαία?

Καταρχάς είναι ανάγκη να δούμε ότι απ’όλα τα επιχειρήματα κατά της δραχμής τα πλέον άστοχα και ατελέσφορα, σε ό,τι αφορά τους νέους που δεν έχουν ζήσει στην εποχή της, είναι αυτά που έχουν να κάνουν με την επίκληση των τότε περιορισμών στο συνάλλαγμα, το επιχειρηματικό, το τουριστικό κλπ.

Ο νέος των 22 ετών, που είναι άνεργος και δεν είναι στο χαρτζηλίκι από τους γονείς του, χρειάζεται βασικά δουλειά. Το επιχείρημα πως με το ευρώ μπορεί λ.χ. να ταξιδεύει στις χώρες της ευρωζώνης χωρίς ν’αλλάζει λεφτά, δεν του λέει κάτι διότι έτσι κι’αλλιώς τώρα δυσκολεύεται να κάνει το ταξίδι καθαυτό.

Επίσης δεν βρίσκει απήχηση στον άνεργο, δηλαδή στον μη ενταγμένο στο οικονομικό σύστημα, η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό της νέας δραχμής και την απαξίωση που αυτή θα φέρει διότι απλούστατα αυτός δεν συναισθάνεται την υποχρέωση να περιφρουρήσει την ακεραιότητα ενός συστήματος στο οποίο νιώθει ξένος.

Η πλάνη λοιπόν, ότι με τη δραχμή μπορεί τα πράγματα να είναι καλύτερα, δεν πολεμιέται με αναμνήσεις που δεν αφορούν τον άλλον, ούτε με νουθεσίες, ούτε βεβαίως με απειλές. Η πλάνη εξουδετερώνεται μόνον με την ανάπτυξη πίστης στο υφιστάμενο κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς, πίστη η οποία προκύπτει φυσιολογικά μόνον μέσα από την αύξηση της απασχόλησης.

Και πώς θα επιτευχθεί αύξηση της απασχόλησης? Με την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας. Πώς θα διευκολυνθεί η επιχειρηματικότητα? Μεταξύ άλλων με την ελάφρυνση των φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, ίσως και με το σπάσιμο της αποκλειστικής ασφάλισης στον δημόσιο φορέα.

«Μα τι λες, τώρα? Χρειαζόμαστε τις εισφορές για να πληρώνουμε τις συντάξεις που δίναμε τόσα χρόνια με ποικίλα κριτήρια». Για αυτό καταλήγουμε: προσέχουμε πώς αναφερόμαστε στην νεολαία, βγαίνουμε από τη βολή μας και κοιτάμε τι αυγά πρέπει να σπάσουν ώστε να καλυτερέψουν οι εργασιακές προοπτικές της  διότι άμα πάρει χαμπάρι το γδάρσιμο που της φτιάχνουμε, μπορεί και να μάς πάρει ο διάολος

28 January 2017

Δύο χρόνια σύριζα




Δύο χρόνια ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ο άλλοτε πολυαγαπημένος ηγέτης είναι σήμερα, ιδία απ'όσους ανεπιφύλακτα πίστεψαν σε αυτόν, αντικείμενο χλεύης και περιφρόνησης.

Δύο χρόνια διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και έξι χρόνια κρίσης ανέδειξαν επίσης ζητήματα και προβληματισμούς που ποτέ άλλοτε δεν μάς είχαν απασχολήσει:


1. τώρα που κόπηκαν τα εύκολα δανεικά και τα ελλείμματα του δημοσίου πρέπει να καλυφθούν από φορολογία, ανακαλύψαμε ότι το κράτος μας είναι μεγάλο. Οταν όμως το εγχώριο πολιτικό προσωπικό έγραφε λ.χ. για το 2009 στον προϋπολογισμό πως θα ξοδέψει 99 με έσοδα 66, δεν μας ενοχλούσε διότι την διαφορά βάζανε τότε οι αγορές αγοράζοντας τα ομόλογα μας,



2. τώρα που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. προκάλεσε εκλογές με μοχλό την αυξημένη πλειοψηφία που απαιτείται για την εκλογή του αδειανού πουκαμίσου που ονομάζουμε ΠτΔ, ανακαλύψαμε με καθυστέρηση 30 ετών την γελοιώδη θεσμική αντίφαση,

3. τώρα που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έκανε το νομιμότατο δημοψήφισμα της 5/7/15 και έκλεισε τις τράπεζες, ανακαλύψαμε (κάποιοι, όχι όλοι) ότι το πρόβλημά τους εντοπίζεται στο ενεργητικό τους δηλαδή σε δάνεια που εγώ, εσύ και άλλοι δεν εξυπηρετούμε,

4. τώρα που ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. άφησε να εννοηθεί ότι θα επιτάξει ιδιωτικές εγκαταστάσεις, ανακαλύψαμε πως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία έχει περιορισμούς.

Newsflash: τα νομικά θεμέλια για όλα τα παραπάνω δεν τα έστησε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Ετέθησαν από τους υποτιθέμενους θεματοφύλακες του αστικού καθεστώτος, τα κόμματα που είμαστε έτοιμοι να ξαναψηφίσουμε ώστε να απαλλαγούμε από τη συμφορά που ακούει στο όνομα «σύριζας».

Συμπέρασμα: το να υβρίζει κανείς τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και να λοιδορεί όσους προ διετίας τον ψήφισαν δις δεν παράγει τίποτα. Προτιμότερο είναι να σκεφτεί τι μπορεί να γίνει προκειμένου να κλείσουν οι θεσμικές τρύπες και να οχυρωθεί καλύτερα το πολίτευμά μας ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα της επανάληψης ακροβασιών όπως εκείνες του θέρους του 2015.

Τέλος, είναι ανάγκη να δούμε ότι τα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε είναι δυσεπίλυτα (ει μη ανεπίλυτα), όπερ σημαίνει πως δεν χωρούν μεσσιανικές λύσεις. Οποιος επιτρέψει στον εαυτό του να (ξανα)πιστέψει σε τέτοιες «λύσεις», προετοιμάζει ο ίδιος το έδαφος για την επόμενη, ακόμη πιο οδυνηρή απογοήτευσή του


23 November 2015

Ζούμε ανάμεσα τους

ΖΟΥΜΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΤΟΥΣ
(ή να γιατί ο σύριζας θα μάς κυβερνήσει για παρα πολλά χρόνια)

Αγαπητές Φίλες και Φίλοι,
«συντρόφισσες» και «σύντροφοι»,

βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω την ολοκλήρωση της μεγάλης έρευνας στην άβυσσο που ονομάζουμε «ψυχή του συριζαίου ψηφοφόρου», ένα σύνθετο πρότζεκτ με δεδομένα δυναμικά (μεταβαλλόμενα) και αυξημένο βαθμό δυσκολίας.

Το ποιος και γιατί ψήφισε τον σύριζα δεν επιδέχεται μονοσήμαντης απαντήσεως. Τούτο οφείλεται κυρίως στις αλλεπάλληλες ψηφοφορίες που διεξήχθησαν κατά το τρέχον έτος. Η δε κατηγοριοποίηση των ψηφοφόρων καθίσταται έργο επίπονο και ως ένα βαθμό αλυσιτελές καθώς τα υποσύνολα δεν είναι στεγανά αλλά σε πολλές περιπτώσεις επικαλύπτονται. Το στραβοπάτημα της γενίκευσης ελλοχεύει σε κάθε βήμα.

Ενας ολίγον πιο ευχερής τρόπος να προσεγγίσει κανείς το ζήτημα είναι εξετάζοντας το timeline των εκλογικών αναμετρήσεων του 2015 όπου ως τέτοια λογίζεται και το δημοψήφισμα της συμφοράς της 5ης Ιουλίου.

Oι συριζαίοι αρέσκονται να λένε πως την τριετία 2012-2015 συντελέστηκε στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό μία «τεκτονική μετατόπιση». Περιγράφουν έτσι, μεγαλοπρεπώς, την διόγκωση του εκλογικού ποσοστού τους από το 4% στο 36%. Στην ουσία ωστόσο δεν πρόκειται για μετατόπιση τεκτονική ή άλλη αλλά για μεταμόρφωση οβιδιακή. Συριζαίοι βαφτίστηκαν καταρχάς (πρώτο μεγάλο υποσύνολο) οι πάσης φύσεως κρατικοδίαιτοι: επιχειρηματίες χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο που έτρωγαν από τα διάφορα κοινοτικά προγράμματα, δημόσιοι υπάλληλοι – πελάτες της πασοκονουδού που μπήκαν από το παράθυρο, πρόωροι-χαριστικοί συνταξιούχοι και δυσαρεστημένοι από το μνημονιακό χτύπημα στον κορπορατισμό των ελαχίστων αμοιβών ελεύθεροι επαγγελματίες.

Ολοι αυτοί κινητοποιήθηκαν στην ψήφο προς τον σύριζα όχι από πίστη ή ελπίδα αλλά από μίσος και θυμό προς την πασοκονουδού που τους «έκλεψε το χαμόγελο», διατάραξε τις στημένες τους ζωές. Και πράγματι, άμα τη χρεοκοπία, η πασοκονουδού διέρρηξε μονομερώς, έπαψε να τηρεί το «κοινωνικό συμβόλαιο» που είχε υπογράψει με την πελατεία της, στο πλαίσιο του οποίου ο δικός της ρόλος (της πασοκονουδού) ήταν μεσαζοντικός: να μεσολαβεί μεταξύ της πηγής των χρημάτων (της ΕΟΚ αρχικά και κατόπιν, μετά την είσοδο στο ευρώ, και των χρηματαγορών) και της πελατείας διά του πλασαρίσματος κίβδηλων επενδυτικών προτάσεων και διά της αθρόας έκδοσης ομολόγων.

Μαζί με την πασοκονουδού, η κρατικοδίαιτη πελατεία μίσησε και την ενωμένη Ευρώπη, όπου ως ε.ε. νοείται η αδιάλειπτη εισροή φθηνού ή/και δωρεάν χρήματος. Ξάφνου αναδύθηκαν από τα βάθη της νεοελληνικής ψυχής μίση και χυδαιότητες κατά παντός ευρωπαίου με κύριο στόχο τη Γερμανία. Η βάση για όλα αυτά γνωστή: η παροιμιώδης νεοελληνική μεγαλομανία, ο μοναδικός αυτός συνδυασμός κόμπλεξ ανωτερο-κατωτερότητας που συνοψίζεται στην συνωμοσιολογική κατασκευή του περιουσίου έθνους που οι κακοί ξένοι δεν του επιτρέπουν να πραγματώσει το μεγαλειώδες πεπρωμένο του και το οποίον εν ολίγοις συνίσταται στην εσαεί ενεχυρίαση της κλασικής κληρονομιάς και της θέσης της χώρας στον χάρτη με σκοπό την εκβιαστική προσοδοθηρία.

Η παραπάνω μεταμόρφωση δεν ήταν αρκετή να δώσει στον σύριζα το εκλογικό προβάδισμα, το edge που έλεγαν και στο χωριό του πατέρα μου, διότι δεν ψηφίζουν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι ή όλοι οι επιχειρηματίες και οι ελεύθεροι επαγγελματίας μονοκούκι τον εκάστοτε πειστικότερο εξυπηρετητή. Κάποιοι, ευτυχώς όχι λίγοι, δεν υποκύπτουν στην οκνηρία που επέρχεται φυσιολογικά από την κατοχυρωμένη εργασιακή – επαγγελματική ασφάλεια αλλά το βασανίζουν περισσότερο.

Το σαφές προβάδισμα στον σύριζα στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου το έδωσε -ω! της εκπλήξεως- η νεοελληνική μπουρζουαζία, το κακέκτυπο αυτό που ονομάζεται κατ’ευφημισμόν αστική τάξη: άνθρωποι με τυπικά προσόντα, σπουδές στο εσωτερικό και το εξωτερικό, άνθρωποι που βαυκαλίζονται ότι τους κόβει λίγο παραπάνω από τους υπολοίπους με αποτέλεσμα να κάνουν μάλιστα και σκέψεις εξυπνακίστικες και κυνικές, του τύπου «δεν θα τολμήσει να κάνει τίποτα το ακραίο» ή «αν κάνει έστω και το ένα δέκατο απ’όσα υπόσχεται, εγώ θα είμαι ικανοποιημένος».

Αυτή η κατηγορία χρήζει περαιτέρω σχολιασμού καθώς η συμπεριφορά της είναι ενδεικτική του χαμηλού επιπέδου της εγχώρια παρεχόμενης τυπικής εκπαίδευσης. Ενα καλό παράδειγμα λοιπόν είναι αυτοί που υπολόγισαν, με τις παραδοχές που διατυπώθηκαν παραπάνω, ότι ο σύριζας θα καταργούσε τον «ΕμΦΙΑ». Δεν έκαναν αυτοί οι άνθρωποι δύο απλές μαθηματικές - λογικές σκέψεις και πράξεις επιπέδου α’ δημοτικού, προδίδοντας έτσι την μειωμένη ικανότητα τους στην κατανόηση και επεξεργασία της πραγματικότητας: (α) ότι το νεοελληνικό κράτος είναι από γενέσεως του ελλειμματικό, ήτοι δηλαδή τα έσοδα του υπολείπονται των εξόδων επί μονίμου βάσεως και (β) ότι ο σύριζα, ως κομμουνιστογενής σχηματισμός, ταυτίζει την κατοχή ακινήτου περιουσίας με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Μ'αυτά και μ'αυτά (συν κάποια άλλα που θα αναλυθούν παρακάτω) ο σύριζα κέρδισε τις εκλογές του Γενάρη. Η πρώτη ομάδα ψηφοφόρων που χάθηκε στο δρόμο, με το ξεκίνημα, ήταν οι λεγόμενοι «παλαιοί - παραδοσιακοί αριστεροί», που ψήφιζαν ΚΚ εσωτερικού όταν αυτό είχε λ.χ. τον Μανόλη Αναγνωστάκη στα ψηφοδέλτια του. Αυτοί, παρά την άλλα αντ’άλλων αλλά εν πάση περιπτώσει για αυτούς συγκινητική πολιτική ορκωμοσία του νεαρού πρωθυπουργού, έπαθαν σοκ από τη σύμπραξη με τον ψεκασμένο και έκοψαν αμέσως λάσπη.

Γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η εκπλήρωση των πάσης φύσεως προσδοκιών που καλλιεργήθηκαν κατά τον καλπασμό προς την εξουσία ήταν απλώς αδύνατη, ο σύριζας ανέβασε ταχύτητες, την επομένη κιόλας της πρώτης εκλογικής νίκης, στην εμπρηστική αντιδυτική ρητορική αποπειρώμενος αφενός να προετοιμάσει το έδαφος για το οικειοθελές γκρέξιτ, αφετέτου για να καλύψει τα τεράστια ελλείμματα πολιτικής που αναπόφευκτα θα προέκυπταν από την πολλαπλή διάψευση.

Διά της ραγδαίας όξυνσης των σχέσεων με τους παραδοσιακούς συμμάχους της Ελλάδος ο σύριζα πολλαπλασίασε την εκλογική επιρροή του. Πάσης φύσεως μπαχαλάκηδες που φθονούν τους συνέλληνες τους για ποικίλους λόγους, επιβιβάστηκαν στο ρόλερ-κόστερ της χυδαιότητας, στο τρελό φορτηγό που κατέληξε στο «ηρωϊκό» όχι της 5ης Ιουλίου. Πσεκαζμένοι, ναζήδες και λοιποί σκατόψυχοι γινήκαν ένα με τους κρατικοδίαιτους και πίστεψαν ότι ο Αλέξης εννόησε στα σοβαρά το «γαία πυρί μειχθήτω». Η ύστερα από μόλις μία εβδομάδα συνθηκολόγηση εξόργισε το ετερόκλητο πλήθος τους και είναι αυτοί που σήμερα φωνασκούν και ασχημονούν σε βάρος του λαστ γήαρ πολυαγαπημένου τους ηγέτη όχι διότι το γάμησε και ψόφησε με τη διαπραγμάτευση της συμφοράς αλλά επειδή δεν πάτησε το κουμπί να μας πάει στεγνά στη δραχμή.

Η αναστάτωση του Ιουλίου του 2015 και η βασανιστική αγωνία που αυτή προκάλεσε παρέσχε μία μοναδική ευκαιρία για την σύμπτυξη ενιαίου, αντιπολιτευτικού μετώπου με σκοπό την κεφαλαιοποίηση του σχετικά ομοιογενούς 39% του «ναι». Τούτο δυστυχώς όχι μόνον δεν συνέβη, αλλά, τουναντίον, η αντιπολίτευση επιψήφισε τη νέα συμφωνία δίνοντας ανάσα στον σύριζα και χρόνο για να ανασυνταχθεί και να καθαρίσει την εσωκομματική του αντιπολίτευση. Με απλά λόγια ψηφίζοντας το τρίτο μνημόνιο χωρίς προηγουμένως να αποσπάσει την παραμικρή δέσμευση από την κυβέρνηση, η ήδη απαξιωμένη από την έκπτωση του μεσαζοντικού της ρόλου πασοκονουδού κατέστη το πουτανάκι του σύριζα, δίνοντας νέα ώθηση στην αντιδιαστολή «νέο – παλιό» βάσει της οποίας αυτός κατήγαγε την νέα εκλογική νίκη του Σεπτεμβρίου.

Αφησα για το τέλος την πλέον δυσχερή στην κατανόησή της ομάδα συριζαίων ψηφοφόρων: τους νέους ηλικίας 18-25 ετών. Ο νέος άνθρωπος ψηφίζει παβλοφικά το νέο πρόσωπο. Αυτό εξηγεί τη διευρυμένη απήχηση του σύριζα σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα, ειδικά την 25/1. Με την πάροδο του χρόνου, που το νέο πρόσωπο αλλοιώθηκε φυσιογνωμικά και πολιτικά, ο νέος ψηφοφόρος, στην περίπτωση που δεν απέσχε, στις εκλογές του Σεπτέμβρη το έριξε και πάλι στον σύριζα. Γιατί? Διότι η νέα γενιά γαλουχήθηκε από την πασοκονουδού με την νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας: παίρνουμε ένα οποιοδήποτε πτυχίο και απαιτούμε τον διορισμό μας είτε στο δημόσιο ή, εναλλακτικά, στην επιχείρηση του κρατικοδίαιτου που έχει υποχρέωση στον βουλευτή να πάρει και 5-10-50 άτομα στη δούλεψή του. Τι είπε λοιπόν το 2010 η πασοκονουδού σε όλους αυτούς τους νέους άνθρωπους?  Οτι το τεράστιο κομματικό κράτος κορέσθηκε, δεν χωράει άλλους πελάτες και πως τώρα αυτοί θα πρέπει να δουλέψουν σε «απορρυθμισμένο» εργασιακό περιβάλλον για να πληρώνουν φόρους και εισφορές προκειμένου να συντηρηθεί μία παγιωμένη κατάσταση.

Αυτό με λίγα λόγια είναι το ψυχογράφημα του συριζαίου ψηφοφόρου. Πρόκειται για μία ψυχοσύνθεση συμπαγή, κατασταλαγμένη και κυρίως, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, θυμωμένη και κουρασμένη. Δεν ξαναγυρίζει πίσω, όπερ εγγυάται τη μακροχρόνια παραμονή του σύριζα στα πράγματα και ταυτόχρονα δεν ελπίζει πλέον σε τίποτα όπερ την μετατρέπει σε έναν θαυμάσιο όχλο, το ιδανικό πιόνι για τους στρατηγικούς σχεδιασμούς του -η αλήθεια είναι- ικανότατου επιτελείου του αξιοτίμου κ. πρωθυπουργού.