Παρρησία

υψηλή πολιτική ανάλυση parrisia@gmail.com

20 February 2017

Ζούμε ανάμεσα τους - Ν.Δ. version



O οπαδός της Ν.Δ.:

- πιστεύει ότι η διακομματική επιψήφιση του τρίτου μνημονίου τον Ιούλιο του 2015 ήταν, σε ό,τι αφορά το κόμμα του, πράξη αυτοθυσίας (για να σωθεί η πατρίδα) και όχι απόφαση απορρέουσα από πολιτικό υπολογισμό (να πάρει κόστος και ο σύριζας)

- επιμένει να υποτιμάει τον αντίπαλο κάνοντας νωθρές και υποτιμητικές για τον ίδιον τηλε-διαγνώσεις με αποτέλεσμα αλλεπάλληλες, ταπεινωτικές, μεγάλες και μικρές ήττες

- βλέπει παντού σχέδια δραχμής αλλά δεν βλέπει ότι την νέα δραχμή θα βάλει μπρος, χωρίς κανένα δισταγμό και χωρίς την παραμικρή έγνοια για την ιδιωτική οικονομία, η κυβέρνηση εκείνη που δεν θα μπορέσει να πληρώσει σε ευρώ τα μισθά της δημοσιοϋπαλληλίας και η οποία αυτή κυβέρνηση δεν θα είναι απαραίτητα του σύριζα

- δεν θέλει να δει ότι πρώτη προτεραιότητα του εγχώριου πολιτικού προσωπικού, συμπεριλαμβανομένου και του κόμματος του, είναι η εξυπηρέτηση της πελατείας – για αυτήν μπήκαμε στα μνημόνια, για αυτήν δανειζόμαστε και εξευτελιζόμαστε διεθνώς

- δεν θέλει να δει ότι τα προβλήματα, λ.χ. η κακή κατάσταση του ενεργητικού των τραπεζών, έχουν αντικειμενικά γνωρίσματα τα οποία δεν θα εξαφανιστούν απλώς και μόνον από την θετική αύρα του επόμενου μεσσία

- δεν θέλει να δει ότι το 2020 θα ξαναγίνουν εκλογές με απλή, ότι ο σύριζας δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο και πως από το 2020 και ύστερα ΝΔ και σύριζας θα συγκυβερνήσουν για να κάνουν ό,τι έκαναν πάντα: φοροείσπραξη και διεύρυνση του πελατειακού κράτους

08 February 2017

Δραχμή



Εθνικό νόμισμα σημαίνει ευχέρεια εκτύπωσης σε εθνικό επίπεδο. Ετσι, με τίμημα τον πληθωρισμό, το εγχώριο πολιτικό προσωπικό μπορεί να δίνει στην πελατεία του περισσότερα χρήματα αλλά με μικρότερη αξία.

Και πράγματι, επί δραχμής, ο κόσμος κρατούσε στα χέρια του εκατοντάδες χιλιάδες, έπαιρνε επιτόκια που κάποια στιγμή είχαν φτάσει στο 18% και μάλιστα χωρίς να την ακούει επειδή η Ελλάδα ήταν ακόμη σχετικά κλειστή οικονομία, με ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών όχι τόσο ελλειμματικό.

Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό παραχώρησε το μεγάλο αυτό προνόμιο το 2001 λαμβάνοντας κάτι ισχυρότερο: τη δυνατότητα έκδοσης κρατικών ομολόγων σε ευρώ. Ξοδεύοντας όμως σε δαπάνες μειωμένης παραγωγικότητας, το νέο χρήμα πληθωρίστηκε εσωτερικά.

Τριάντα χρόνια ταύτισης της Ε.Ε. (επιδοτήσεις) και του ευρώ (ομόλογα) με την ιδέα των εύκολων δανεικών και του άκοπου πλουτισμού έφτασαν το 2010 σε ένα ξαφνικό τέλος. Τώρα πια η Ευρώπη δεν είναι καλή διότι δεν είναι διατεθειμένη να μας δανείσει όλα όσα επιθυμούμε να ξοδέψουμε όπως έγινε τελευταία χρονιά το 2009 οπότε το κράτος έγραψε στον προϋπολογισμό του πως θα σκορπίσει 99 εισπράττοντας μόνον 66.

Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό προτίμησε αντί για την αλήθεια να προβεί σε φτιασιδώματα (π.χ. οριζόντιες περικοπές) με σκοπό να καταστεί το χρέος και πάλι «βιώσιμο», να αποκατασταθεί δηλαδή η ελεύθερη, από τις αγορές, πιστοληπτική ικανότητα του ελληνικού δημοσίου ώστε να ξαναπιάσει τη δουλειά που ξέρει.

Η προσπάθεια ανεκόπη το 2015 οπότε η νέα κυβέρνηση, με σκοπό να καλύψει τα ελλείμματα πολιτικής που αναπόφευκτα θα προέκυπταν από την πολλαπλή διάψευση των προσδοκιών που η ίδια καλλιέργησε τα προηγούμενα χρόνια, ξεκίνησε την αέναη διαπραγμάτευση της συμφοράς, χωρίς να μεριμνήσει για την έγκαιρη προστασία του τραπεζικού συστήματος με τελικό αποτέλεσμα την υποθήκευση του ενεργητικού των τραπεζών στον ELA προκειμένου για την κάλυψη των αναγκών του bank-run που προκλήθηκε από την μεγάλη αβεβαιότητα.

Σήμερα, συνεπεία των ανωτέρω, οι ελληνικές τράπεζες είναι «κλειστές» και το κατατεθειμένο σε αυτές ευρώ αξίζει λιγότερο απ’όσο αξίζει το αντίστοιχο κατατεθειμένο σε μία οποιαδήποτε άλλη τράπεζα της ευρωζώνης.

Τώρα, η «συζήτηση» για τη δραχμή αναζωπυρώθηκε τελευταία με αφορμή υποβολιμαίες δηλώσεις υπουργού και την ανησυχία που υπάρχει γενικότερα για το αν θα κλείσει η περιβόητη «αξιολόγηση» δηλαδή, επί της ουσίας, για το κατά πόσον η κυβέρνηση θα έχει το καλοκαίρι χρήματα να καταβάλει τους μισθούς της δημοσιοϋπαλληλίας.

Είναι λοιπόν η δραχμή «λύση»? Μπορεί να γίνει συζήτηση πάνω σε μία τόσο θεμελιώδη μεταβολή, από ποιους και με ποια δεδομένα? Μπορούν, για παράδειγμα, να συμμετάσχουν στην κουβέντα με ειλικρίνεια, χωρίς το παραμικρό mea culpa, αυτοί που έτρεξαν το κράτος και το τραπεζικό σύστημα τα χρόνια 2001-2009? Μπορούν επίσης να συμμετάσχουν στη συζήτηση με ειλικρίνεια, χωρίς ν'αναλάβουν κάποια ευθύνη, αυτοί που έριξαν το φορτηγό στον τοίχο το 2015? Και τι σημαίνει τελικά «επιστροφή στο εθνικό νόμισμα»? Υπάρχει, ρεαλιστικά, τέτοιο ενδεχόμενο?

Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι «όχι». Το νόμισμα της Ελλάδος θα είναι εσαεί, βάσει της σχετικής διεθνούς συνθήκης, το ευρώ. Τυχόν νέα δραχμή δεν θα έχει καμμία σχέση με τη δραχμή του 2001. Θα πρόκειται για ένα εντελώς νέο νόμισμα, διεθνώς ανυπόστατο, που δεν θα γίνει ποτέ δεκτό σε κανέναν μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών με αποτέλεσμα τον διαρκή και εξευτελιστικό πληθωρισμό του.

Εμείς λοιπόν οι υποτιθέμενα σοφοί που ζήσαμε την εποχή κατά την οποία εισήχθη το ευρώ και ψηφίσαμε τους ανθρώπους που διαχειρίστηκαν το δημόσιο ταμείο και ορίσανε τις διοικήσεις των μεγάλων κρατικών τραπεζών χωρίς να βλέπουμε για τη ζημιά που γινόταν, πώς μπορούμε να συμβουλέψουμε αλλήλους και κυρίως τη νεολαία για όλα αυτά? Είναι οι νέοι τα καταναλωτικά ζόμπι που τους ενδιαφέρει μόνο το νέo iphone ή είναι ορθότερα τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης άρα και οι πλέον ευάλωτοι στην δραχμική προπαγάνδα? Πώς οφείλουμε να προσεγγίσουμε την νεολαία?

Καταρχάς είναι ανάγκη να δούμε ότι απ’όλα τα επιχειρήματα κατά της δραχμής τα πλέον άστοχα και ατελέσφορα, σε ό,τι αφορά τους νέους που δεν έχουν ζήσει στην εποχή της, είναι αυτά που έχουν να κάνουν με την επίκληση των τότε περιορισμών στο συνάλλαγμα, το επιχειρηματικό, το τουριστικό κλπ.

Ο νέος των 22 ετών, που είναι άνεργος και δεν είναι στο χαρτζηλίκι από τους γονείς του, χρειάζεται βασικά δουλειά. Το επιχείρημα πως με το ευρώ μπορεί λ.χ. να ταξιδεύει στις χώρες της ευρωζώνης χωρίς ν’αλλάζει λεφτά, δεν του λέει κάτι διότι έτσι κι’αλλιώς τώρα δυσκολεύεται να κάνει το ταξίδι καθαυτό.

Επίσης δεν βρίσκει απήχηση στον άνεργο, δηλαδή στον μη ενταγμένο στο οικονομικό σύστημα, η πρόβλεψη για τον πληθωρισμό της νέας δραχμής και την απαξίωση που αυτή θα φέρει διότι απλούστατα αυτός δεν συναισθάνεται την υποχρέωση να περιφρουρήσει την ακεραιότητα ενός συστήματος στο οποίο νιώθει ξένος.

Η πλάνη λοιπόν, ότι με τη δραχμή μπορεί τα πράγματα να είναι καλύτερα, δεν πολεμιέται με αναμνήσεις που δεν αφορούν τον άλλον, ούτε με νουθεσίες, ούτε βεβαίως με απειλές. Η πλάνη εξουδετερώνεται μόνον με την ανάπτυξη πίστης στο υφιστάμενο κοινωνικό και οικονομικό καθεστώς, πίστη η οποία προκύπτει φυσιολογικά μόνον μέσα από την αύξηση της απασχόλησης.

Και πώς θα επιτευχθεί αύξηση της απασχόλησης? Με την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας. Πώς θα διευκολυνθεί η επιχειρηματικότητα? Μεταξύ άλλων με την ελάφρυνση των φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, ίσως και με το σπάσιμο της αποκλειστικής ασφάλισης στον δημόσιο φορέα.

«Μα τι λες, τώρα? Χρειαζόμαστε τις εισφορές για να πληρώνουμε τις συντάξεις που δίναμε τόσα χρόνια με ποικίλα κριτήρια». Για αυτό καταλήγουμε: προσέχουμε πώς αναφερόμαστε στην νεολαία, βγαίνουμε από τη βολή μας και κοιτάμε τι αυγά πρέπει να σπάσουν ώστε να καλυτερέψουν οι εργασιακές προοπτικές της  διότι άμα πάρει χαμπάρι το γδάρσιμο που της φτιάχνουμε, μπορεί και να μάς πάρει ο διάολος